ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΚΑΜΠΩΝ ΜΕ ΒΑΜΒΑΚΙ: ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ


Το θεατρικό έργο «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» γράφτηκε το 1985 από τον Bernard-Marie Koltès και παίχτηκε για πρώτη φορά το 1987 στο Παρίσι. Πρόκειται για ένα έργο που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις.

Δύο αντίθετοι χαρακτήρες, έρχονται αντιμέτωποι για να πραγματοποιήσουν μια συναλλαγή. Δύο πρόσωπα προερχόμενα από διαφορετικές αφετηρίες, έχοντας διαγράψει διαφορετικές πορείες και υιοθετήσει διαφορετικές κοσμοθεωρίες, έρχονται σε ρήξη και ανακαλύπτουν πως βιώνουν κοινές καταστάσεις. Ο «πελάτης», ένας έννομος πολίτης μιας ανώτερης τάξης συναντά τον στάσιμο περιθωριακό «ντήλερ», κατά τη διαδρομή που επιθυμεί να διαγράψει ανάμεσα σε δύο «υψηλά» σημεία της ζωής του. Επιλέγει μια αλαζονική και επιθετική συμπεριφορά απέναντι στον ταπεινότερο συνομιλητή του. Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται μοιάζει με αυτή μιας μάχης. Μιας μάχης που δε γίνεται σώμα με σώμα αλλά παραμένει λεκτική. Οι θέσεις των δύο προσώπων για τη ζωή, τη μοίρα και τη θεία πρόνοια παραμένουν αντίθετες. Κι όμως και οι δύο μοιράζονται την ίδια αδυναμία, την ίδια απογύμνωση, τον ίδιο πόνο που προκαλεί η αμφιθυμία της ζωής. Έχουν έντονες αναμνήσεις του παρελθόντος τους και εξίσου έντονες επιθυμίες για το μέλλον. Είναι ακόμα εκεί, κρατώντας ζωντανές τις ελπίδες τους για υπέρβαση.

Οι δύο ήρωες τοποθετούνται πάνω σε μια περιστρεφόμενη κυκλική σκηνή. Η σκηνή αποτελεί το «ρινγκ» πάνω στο οποίο διαδραματίζεται η λεκτική μάχη. Χωρίζεται σε τρεις περιοχές. Η πρώτη ανήκει στον «πελάτη», η δεύτερη στον «ντήλερ» ενώ η τρίτη αποτελεί κοινό πεδίο αυτών. Η περιστροφή της σκηνής συμβολίζει τη ρευστότητα της σχέσης δύναμης μεταξύ των δύο προσώπων. Οι πορείες των δύο ατόμων ορίζονται μέσα από τρεις θέσεις στο χώρο. Ο «ντήλερ» κινείται γύρω από μια μοναδική θέση, ενώ ο «πελάτης» αναπτύσσει την κίνησή του μεταξύ δύο διαφορετικών.

Η επιλογή και η επεξεργασία των υλικών της σκηνής στην περιοχή που κινείται ο «ντήλερ» συμβολίζει την ταπεινότητα του συγκεκριμένου προσώπου και την κατώτερη τάξη στην οποία αυτό ανήκει. Αντίθετα για την περιοχή όπου κινείται ο «πελάτης», η επιλογή και η επεξεργασία των υλικών παραπέμπει στην αλαζονική διάθεση του προσώπου και στην ανώτερη κοινωνική τάξη από την οποία αυτό προέρχεται. Στη μέση δημιουργείται μια μεταβατική κατάσταση. Το φως που πηγάζει από κάτω από το «ρινγκ» παραπέμπει στους βαθύτερους πόθους των δύο πρωταγωνιστών.


Η παρούσα σκηνογραφική πρόταση μελετήθηκε στο πλαίσιο μαθήματος σκηνογραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.


Αναλυτική παρουσίαση >>


Πίσω